Γλαρόλυκοι

Άτυχες λέξεις σε τυχαία σειρά

Θέλω μαζί σου να κερδίζω ό,τι ζω Θέλω να μάθω τη στιγμή να κρατώ και να ελπίζω Θέλω να σ' έχω κοντά μου για φυλαχτό Τη μυρωδιά σου μοναχά να ποθώ, να σε φροντίζω

Θέλω να χτίζω αυτά που αφήνεις να γκρεμιστούν Και μη σε νοιάζει οι άλλοι τι θα πουν Αυτά τα λίγα που 'χουμε εμείς οι δυο, μάθε, αρκούν Και πιο όμορφες μέρες, θα δεις, θα 'ρθουν

Θέλω με τα φτερά σου πτήσεις να κάνω Μέχρι εκεί πάνω που ακούγονται κιθάρες και πιάνο Θέλω να σ' εμπιστευτώ, θέλω να ξέρω δε χάνω Θέλω να πω και δυο κουβέντες παραπάνω

Θέλω να νιώσω δυνατός, αθάνατος, με μια σου ανάσα Ατάκες θέλω να σου κάνω πάσα Για να γελάς, στα μάτια θέλω πάντα να κοιτάς Και μη φοβάσαι, εγώ πατώ όπου πατάς

Όταν με το καλό λήξει η θητεία μου και πάρω επιτέλους απαλλαγή από τις αγγαρείες, σύρτε και βάλτε με δίπλα στο γιο μου. Μόνο σκεπάστε το τομάρι μου με χώμα ελαφρό, ώστε να με βρουν εύκολα τα πλάσματα του βουνού. Γιατί τόσα χρόνια το πνεύμα μου κατέτρωγαν οι άνθρωποι, η σάρκα μου τουλάχιστον ας θρέψει κάποιους που ν’ αξίζουν.

“Το μόνο που είναι σημαντικό για μένα, είναι η ασήμαντη σημαντικότητα της σημασίας.”, είπε με βαρυσήμαντο ποιητικό στόμφο σημαντικού σύγχρονου Έλληνα ποιητή και επέστρεψε στα άνευ σημαντικής σημασίας ποιητικά γραπτά του. “Ποιητεύσαμεν σημαντικώς και σήμερις!”.

Μου αρέσεις πολύ. Θέλω να σε γνωρίσω καλύτερα. Είναι όμορφα όταν περνάμε χρόνο μαζί.

Γιατί δεν το λέμε;

Έχω αρχίσει να σ' ερωτεύομαι. Νοιάζομαι για σένα. Μου λείπεις όλο και περισσότερο.

Γιατί δεν το λέμε;

Έχεις πολύ γλυκιά φωνή. Τα μάτια σου είναι υπέροχα. Σε σκέφτομαι συνέχεια.

Γιατί δεν το λέμε;

Κάνε μια τρέλα μαζί μου. Έλα να ξενυχτίσουμε απόψε. Εμπιστεύσου μου τα όνειρα σου.

Γιατί δεν το λέμε;

Γιατί κρυβόμαστε πίσω απ' το δάχτυλό μας; Γιατί παριστάνουμε πως δεν μας νοιάζει; Γιατί γελάμε πίσω από σφιγμένα χείλη; Γιατί καμουφλάρουμε τη συγκίνηση μας;

Γιατί δεν ξεγυμνώνουμε τις ψυχές μας, να τις δουν όλοι; Γιατί δεν ερωτευόμαστε τον έρωτα αδιάντροπα; Γιατί δεν εκθέτουμε δημόσια τις ενδόμυχες σκέψεις μας; Γιατί δεν κάνουμε τον άκρατο ρομαντισμό μας σημαία;

“Θα της μιλούσα, αλλά φαινόταν απασχολημένη.” “Θα του μιλούσα, αλλά ήταν με φίλους.” “Ίσως την ξαναδώ στη δουλειά και της μιλήσω...” “Ίσως τον ξαναπετύχω στο δρόμο και του πω...”

Μίλα γαμώτο. Πες το!

“Τι σε απασχολεί σήμερα;”, ρώτησε τον εαυτό του πριν ξεκινήσει να γράφει. “Με απασχολεί το αύριο.”, αποκρίθηκε η φωνή μέσ’ το κεφάλι του... “Μα ζούμε σήμερα, τώρα!”, ανταπάντησε στην ίδια του τη σκέψη. Κι έγραψε για τη στιγμή, για τις φωνές που ακούει, για τις σκέψεις που τον στοιχειώνουν.

Και τι θα μείνει; Η αλμύρα στα χείλη Μάτια που καίνε απ’ τ’ αλάτι Βροχή και σκόνη στο δέρμα

Όλο το κέρδος; Δέκα εχθροί, πέντε φίλοι Δουλειά και πόνοι στην πλάτη Δυο-τρεις αγάπες και τέρμα

Κι οι θεωρίες, λόγια, πλάνα και στόχοι Τ’ ανεκπλήρωτα «θέλω» Τ’ αναπόφευκτα «πρέπει»

Όλα τα χρόνια, λίγα «ναι», πολλά «όχι» Γέλιο με πένθιμο βέλο Κλάμα που τέλος προσβλέπει

Αυτή η ζωή δεν είναι τίμια φτιαγμένη Για να σταθείς, θα ματώσεις Μέσα από ψέμα και βία

Πριν γεννηθείς σου ‘χουν χαρά κεντημένη Μα για να πάρεις, θα δώσεις Σε σκάρτη αναλογία

Όλα έχουν αλλάξει εδώ γιαγιά...

Η ξυλόσομπα σου αντικαταστάθηκε με μια τηλεόραση Κι έχω χρόνια να φάω ωραία κάστανα Και η ελιά που πηγαίναμε για να με ταΐσεις, δεν υπάρχει πια Την έκοψαν κι από πάνω της έχτισαν ένα έκτρωμα Τα παλιά σου έπιπλα πετάχτηκαν όλα Τ' αντικατέστησαν με άλλα, “μοντέρνα” τα είπαν Και το δωματιάκι που έμενες στα τελευταία σου Το έκαναν αποθήκη και το γέμισαν σαβούρα

Οι άνθρωποι... οι άνθρωποι δεν είναι πια άνθρωποι γιαγιά Δεν έχουν ούτε τις πόρτες ούτε τις καρδιές τους ανοιχτές Και δε μου μιλούν όπως παλιά Τώρα τους νοιάζει τι φορώ και που δουλεύω Οι χωματόδρομοι στρώθηκαν με άσφαλτο Οι αλάνες έγιναν οικοδομικά τετράγωνα Και τα παιδιά που μεγαλώσαμε μαζί, έχουν χαθεί Όλα πια μοιάζουν ξένα και γνώριμα συνάμα

Ξέρω πως δεν είμαι αυτός που ήθελες γιαγιά Έχω αλλάξει κι εγώ, έχω σκληρύνει, έχω αγριέψει Ταίριαξα στους καιρούς και τις περιστάσεις Μα νιώθω πως σε πρόδωσα γιαγιά... Συγνώμη. Μου λείπεις πολύ κάποιες φόρες, όλο και πιο συχνά τελευταία Τόσο που εύχομαι να ήμουν εκεί μαζί σου, μακριά απ' όσα άλλαξαν Μα μια απ' αυτές τις μέρες θα κάνω κάτι σπουδαίο γιαγιά Κάτι για το οποίο θα είσαι περήφανη και θα 'χεις να το λες

Γίνομαι αυτός που έπρεπε, ξεκινώντας μ’ αυτό εδώ το γράμμα γιαγιά...

Όταν θα κοιταχτείς στον καθρέφτη και θ’ αναρωτηθείς ποιος είσαι

Όταν θα ψάχνεις ίχνη ανθρωπιάς μέσα σου, μα δεν θα βρίσκεις

Όταν θα μετράς τις “επιτυχίες” σου, μα καμιά δε θα σε “γεμίζει”

Όταν θα 'χει χαθεί κάθε συναίσθημα και θα 'χεις μείνει άδειο κορμί

Τότε τι;

Η Αθηνά είναι περίπου 45 χρονών, με μαλλιά που γκριζάρουν και ιδιαίτερα ευγενική φυσιογνωμία. Σπούδασε επιτυχώς οικονομικά στην “Α.Σ.Ο.Ε.Ε” αλλά θα προτιμούσε την “Καλών Τεχνών”, μετανιώνει για τα χρόνια που χαράμισε σε μια σχολή που δεν της άρεσε.

Η Αθηνά έχει χάσει και τους δύο γονείς. Είναι ανύπαντρη και άτεκνη. Και δεν εργάστηκε ποτέ. “Όλοι ζητούν προϋπηρεσία για να σε προσλάβουν. Αν δε μου δώσουν δουλειά, πως θ’ αποκτήσω προϋπηρεσία;¨, εύλογα αναρωτιέται. Πιθανότατα όμως δεν θέλει πραγματικά να εργαστεί.

Η Αθηνά έχει ένα κληροδοτημένο διαμέρισμα στο κέντρο, αλλά δεν πηγαίνει να μείνει. Την πνίγουν τα μπετά, λέει. Προτιμά να διαμένει στην Αίγινα, σ’ ένα παγκάκι τους ζεστούς μήνες, σ’ εγκαταλελειμμένα σπίτια κι εκκλησίες τους ψυχρούς. Όλη της η περιουσία χωράει σε μια κούτα.

Η Αθηνά τρέφεται με κουλούρια που την κερνούν οι φούρνοι και “χτυπημένα” φρούτα απ’ τα μανάβικα. Ενίοτε ζητά να της χαρίσουν καμιά κονσέρβα. “Οι άνθρωποι εδώ είναι καλοί, όποτε τους ζητάω, όλο και κάτι μου δίνουν. Στην Αθήνα δεν έβρισκα τίποτα!”. Δεν φαίνεται υποσιτισμένη ή ασθενική.

Η Αθηνά δεν θυμίζει τους αστέγους που έχουμε συνηθίσει. Δε βρέθηκε στο δρόμο από κάποια ξαφνική δυστυχία ή χρεοκοπία. Δεν είναι ατημέλητη και σίγουρα έχει σώας τας φρένας. Ο λόγος της είναι σταθερός και καλά δομημένος, γνωρίζει την επικαιρότητα και έχει άποψη. Μιλά με σοβαρότητα, είναι εμποτισμένη με σοφία των καιρών και υπέρμετρη εμπειρία. Κι αν δε σου πει μόνη για το πως ζει, δεν υπάρχει περίπτωση να το καταλάβεις. Είναι επιλογή της.

Η Αθηνά έχει ένα μπουκάλι ερυθρό ξηρό που βρήκε ξεχασμένο στην προβλήτα και λίγα φιστίκια. Αυτό είναι μάλλον όλο το γεύμα της για απόψε. Βγάζει πλαστικά σφηνοπότηρα, απλώνει τα φιστίκια και κερνάει. Μπορεί να μην έχει πολλά, αλλά σίγουρα έχει μεγάλη καρδιά – κι αυτό την κάνει πλουσιότερη από πολλούς.

Η Αθηνά αποχαιρετά μ’ ένα τεράστιο χαμόγελο που φωτίζει τη νύχτα και δεν ζητάει το παραμικρό. Μοιράζεται το χρόνο της, το κρασί και τα ξηροκάρπια της για τη χαρά της κουβέντας και της παρέας, όχι για τον οβολό μας. Εύχεται τα καλύτερα και συνεχίζει την “αδέσποτη” ζωή της.

Η Αθηνά είναι περίεργη περίπτωση. Αυτοβούλως άστεγη, εκτεθειμένη στα στοιχεία της φύσης, κοινωνικά απόβλητη, εξαρτημένη απ’ την ευχέρεια των συνανθρώπων, αβέβαιη για το μέλλον. Αλλά μοιάζει ευτυχισμένη. Είναι υγιής και αισθάνεται ελεύθερη. Ζει όπως εκείνη θέλησε. Κι αυτό είναι το μόνο που ‘χει σημασία. Άλλωστε, ποιος από ‘μάς θα ‘χε δικαίωμα να την κρίνει; Κανείς...

Σε είδα στο αντικρινό μπαλκόνι, τίναζες λευκά σεντόνια μ’ ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη, σα να απολάμβανες με όλο σου το είναι αυτή την τόσο κοινότυπη στιγμή. Και μαζί με τα σεντόνια τινάζονταν κι οι μπούκλες σου – οι τέλειες μαύρες μπούκλες σου – σα να φτιάχτηκες και να στολίστηκες πριν δοθείς σε κοινή θέα, εκεί, στο μπαλκονάκι. Πριν μας χαρίσεις μια στιγμή εφηβικού θαμπώματος, σαν το πρώτο καρδιοχτύπι, σαν τον έρωτα που δεν θα ξαναρθεί.

Και δε σε ξέρω. Ούτε και θέλω να σε μάθω, γιατί ίσως αλλάξει αυτή η όμορφη εικόνα που έφτιαξα για σένα – μια εικόνα από άλλη εποχή. Σαν ασπρόμαυρη φωτογραφία, σαν παλιά ψυχή σε νέο σώμα που ταξίδεψε για λίγο πίσω, να σε βρει. Κι έπειτα πάγωσε ο χρόνος, ώστε αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα να μοιάζουνε αιώνας, να σε χορτάσω αρκετά ώστε να σε κάνω λέξεις. Μια ακόμα ιστορία που θα γραφτεί, θα διαβαστεί, θα ξεχαστεί. Κι ο αθεράπευτος ρομαντισμός της θα ταξιδεύει στο σύμπαν μέχρι να βρει απάγκιο σε κάποιον άλλο καταραμένο.