Γλαρόλυκοι

Άτυχες λέξεις σε τυχαία σειρά

Όλα έχουν αλλάξει εδώ γιαγιά...

Η ξυλόσομπα σου αντικαταστάθηκε με μια τηλεόραση Κι έχω χρόνια να φάω ωραία κάστανα Και η ελιά που πηγαίναμε για να με ταΐσεις, δεν υπάρχει πια Την έκοψαν κι από πάνω της έχτισαν ένα έκτρωμα Τα παλιά σου έπιπλα πετάχτηκαν όλα Τ' αντικατέστησαν με άλλα, “μοντέρνα” τα είπαν Και το δωματιάκι που έμενες στα τελευταία σου Το έκαναν αποθήκη και το γέμισαν σαβούρα

Οι άνθρωποι... οι άνθρωποι δεν είναι πια άνθρωποι γιαγιά Δεν έχουν ούτε τις πόρτες ούτε τις καρδιές τους ανοιχτές Και δε μου μιλούν όπως παλιά Τώρα τους νοιάζει τι φορώ και που δουλεύω Οι χωματόδρομοι στρώθηκαν με άσφαλτο Οι αλάνες έγιναν οικοδομικά τετράγωνα Και τα παιδιά που μεγαλώσαμε μαζί, έχουν χαθεί Όλα πια μοιάζουν ξένα και γνώριμα συνάμα

Ξέρω πως δεν είμαι αυτός που ήθελες γιαγιά Έχω αλλάξει κι εγώ, έχω σκληρύνει, έχω αγριέψει Ταίριαξα στους καιρούς και τις περιστάσεις Μα νιώθω πως σε πρόδωσα γιαγιά... Συγνώμη. Μου λείπεις πολύ κάποιες φόρες, όλο και πιο συχνά τελευταία Τόσο που εύχομαι να ήμουν εκεί μαζί σου, μακριά απ' όσα άλλαξαν Μα μια απ' αυτές τις μέρες θα κάνω κάτι σπουδαίο γιαγιά Κάτι για το οποίο θα είσαι περήφανη και θα 'χεις να το λες

Γίνομαι αυτός που έπρεπε, ξεκινώντας μ’ αυτό εδώ το γράμμα γιαγιά...

Όταν θα κοιταχτείς στον καθρέφτη και θ’ αναρωτηθείς ποιος είσαι

Όταν θα ψάχνεις ίχνη ανθρωπιάς μέσα σου, μα δεν θα βρίσκεις

Όταν θα μετράς τις “επιτυχίες” σου, μα καμιά δε θα σε “γεμίζει”

Όταν θα 'χει χαθεί κάθε συναίσθημα και θα 'χεις μείνει άδειο κορμί

Τότε τι;

Η Αθηνά είναι περίπου 45 χρονών, με μαλλιά που γκριζάρουν και ιδιαίτερα ευγενική φυσιογνωμία. Σπούδασε επιτυχώς οικονομικά στην “Α.Σ.Ο.Ε.Ε” αλλά θα προτιμούσε την “Καλών Τεχνών”, μετανιώνει για τα χρόνια που χαράμισε σε μια σχολή που δεν της άρεσε.

Η Αθηνά έχει χάσει και τους δύο γονείς. Είναι ανύπαντρη και άτεκνη. Και δεν εργάστηκε ποτέ. “Όλοι ζητούν προϋπηρεσία για να σε προσλάβουν. Αν δε μου δώσουν δουλειά, πως θ’ αποκτήσω προϋπηρεσία;¨, εύλογα αναρωτιέται. Πιθανότατα όμως δεν θέλει πραγματικά να εργαστεί.

Η Αθηνά έχει ένα κληροδοτημένο διαμέρισμα στο κέντρο, αλλά δεν πηγαίνει να μείνει. Την πνίγουν τα μπετά, λέει. Προτιμά να διαμένει στην Αίγινα, σ’ ένα παγκάκι τους ζεστούς μήνες, σ’ εγκαταλελειμμένα σπίτια κι εκκλησίες τους ψυχρούς. Όλη της η περιουσία χωράει σε μια κούτα.

Η Αθηνά τρέφεται με κουλούρια που την κερνούν οι φούρνοι και “χτυπημένα” φρούτα απ’ τα μανάβικα. Ενίοτε ζητά να της χαρίσουν καμιά κονσέρβα. “Οι άνθρωποι εδώ είναι καλοί, όποτε τους ζητάω, όλο και κάτι μου δίνουν. Στην Αθήνα δεν έβρισκα τίποτα!”. Δεν φαίνεται υποσιτισμένη ή ασθενική.

Η Αθηνά δεν θυμίζει τους αστέγους που έχουμε συνηθίσει. Δε βρέθηκε στο δρόμο από κάποια ξαφνική δυστυχία ή χρεοκοπία. Δεν είναι ατημέλητη και σίγουρα έχει σώας τας φρένας. Ο λόγος της είναι σταθερός και καλά δομημένος, γνωρίζει την επικαιρότητα και έχει άποψη. Μιλά με σοβαρότητα, είναι εμποτισμένη με σοφία των καιρών και υπέρμετρη εμπειρία. Κι αν δε σου πει μόνη για το πως ζει, δεν υπάρχει περίπτωση να το καταλάβεις. Είναι επιλογή της.

Η Αθηνά έχει ένα μπουκάλι ερυθρό ξηρό που βρήκε ξεχασμένο στην προβλήτα και λίγα φιστίκια. Αυτό είναι μάλλον όλο το γεύμα της για απόψε. Βγάζει πλαστικά σφηνοπότηρα, απλώνει τα φιστίκια και κερνάει. Μπορεί να μην έχει πολλά, αλλά σίγουρα έχει μεγάλη καρδιά – κι αυτό την κάνει πλουσιότερη από πολλούς.

Η Αθηνά αποχαιρετά μ’ ένα τεράστιο χαμόγελο που φωτίζει τη νύχτα και δεν ζητάει το παραμικρό. Μοιράζεται το χρόνο της, το κρασί και τα ξηροκάρπια της για τη χαρά της κουβέντας και της παρέας, όχι για τον οβολό μας. Εύχεται τα καλύτερα και συνεχίζει την “αδέσποτη” ζωή της.

Η Αθηνά είναι περίεργη περίπτωση. Αυτοβούλως άστεγη, εκτεθειμένη στα στοιχεία της φύσης, κοινωνικά απόβλητη, εξαρτημένη απ’ την ευχέρεια των συνανθρώπων, αβέβαιη για το μέλλον. Αλλά μοιάζει ευτυχισμένη. Είναι υγιής και αισθάνεται ελεύθερη. Ζει όπως εκείνη θέλησε. Κι αυτό είναι το μόνο που ‘χει σημασία. Άλλωστε, ποιος από ‘μάς θα ‘χε δικαίωμα να την κρίνει; Κανείς...

Σε είδα στο αντικρινό μπαλκόνι, τίναζες λευκά σεντόνια μ’ ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη, σα να απολάμβανες με όλο σου το είναι αυτή την τόσο κοινότυπη στιγμή. Και μαζί με τα σεντόνια τινάζονταν κι οι μπούκλες σου – οι τέλειες μαύρες μπούκλες σου – σα να φτιάχτηκες και να στολίστηκες πριν δοθείς σε κοινή θέα, εκεί, στο μπαλκονάκι. Πριν μας χαρίσεις μια στιγμή εφηβικού θαμπώματος, σαν το πρώτο καρδιοχτύπι, σαν τον έρωτα που δεν θα ξαναρθεί.

Και δε σε ξέρω. Ούτε και θέλω να σε μάθω, γιατί ίσως αλλάξει αυτή η όμορφη εικόνα που έφτιαξα για σένα – μια εικόνα από άλλη εποχή. Σαν ασπρόμαυρη φωτογραφία, σαν παλιά ψυχή σε νέο σώμα που ταξίδεψε για λίγο πίσω, να σε βρει. Κι έπειτα πάγωσε ο χρόνος, ώστε αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα να μοιάζουνε αιώνας, να σε χορτάσω αρκετά ώστε να σε κάνω λέξεις. Μια ακόμα ιστορία που θα γραφτεί, θα διαβαστεί, θα ξεχαστεί. Κι ο αθεράπευτος ρομαντισμός της θα ταξιδεύει στο σύμπαν μέχρι να βρει απάγκιο σε κάποιον άλλο καταραμένο.

Ένα παιδί μετράει τ' άστρα σε μια νύχτα ξελογιάστρα Μα ονειρεύεται καλύβια, όχι κάστρα Μια μούσα του φωνάζει: “Εδώ είν' τα λόγια, πιάσ' τα” “Και στην πραγματικότητα τους κάν' χαλάστρα”

Θα ‘θελα να ‘σουν εδώ Θα ‘θελα να ‘χα μονάχα μια ευκαιρία να σου πω ότι μου έλειψες Θα ‘θελα απλά να μπορώ Να δω τα χρόνια που περάσαν πως μεγάλωσες και πως κατέληξες

Καλέ μου φίλε, μαθαίνω νέα σου συχνά μα όχι από σένα Κρατάς τα καθημερινά καλά κρυμμένα Μακριά από μένα, μακριά απ’ όλους τους ανθρώπους Άλλαξες ξαφνικά συνήθειες και τρόπους

Που 'σαι; Σε ποια γωνιά έχεις τραβηχτεί; Απ’ τα βιώματά σου τι έχεις διδαχθεί; Έχεις γυναίκα και παιδί, κάτι άκουσα θαρρώ Μα δε σε είδα από κοντά να σου ευχηθώ

Ξέρεις, θυμάμαι απ’ τα πολλά τα περισσότερα Κυρίως τα όμορφα, όμως και τα χειρότερα Κοίτα παλιότερα, περάσαμε πολλά μαζί Και ειλικρινά λυπάμαι που 'χουμε χαθεί

Καλέ μου φίλε, σου στέλνω γράμμα όπως πρώτα Ρωτώ για σένα και για μένα αν θέλεις, ρώτα Ανάβω φώτα, γίνομαι φάρος να φανείς Είμαι εκεί που ήμουν, έλα να με βρεις

Εκείνος κάθισε στον γωνιακό καναπέ κι έγειρε προς το ξύλινο τραπεζάκι, με το κινητό του στα χέρια. Οι γρήγορες κινήσεις των δαχτύλων του προς όλες τις κατευθύνσεις και η βαθιά προσήλωση στην οθόνη έδιναν την εντύπωση πως παίζει κάποιο παιχνίδι, σχεδόν μετά μανίας.

Εκείνη ξάπλωσε προσεχτικά δίπλα του με το κεφάλι της προς το μέρος του και αποκοιμήθηκε στιγμιαία. Το υποτονικό μουρμουρητό από τις μηχανές του πλοίου μα και οι χαμηλόφωνες συζητήσεις των επιβατών ήταν ιδανικό νανούρισμα και η γλυκιά κούραση της ημέρας βγήκε γρήγορα στην επιφάνεια.

Εκείνος ακουμπάει για λίγο το τηλέφωνο του στο τραπεζάκι. Με μια διακριτική και αθόρυβη κίνηση, βγάζει μια μεγάλη πετσέτα θαλάσσης από την τσάντα που είχε στα δεξιά του, τη διπλώνει και τη φτιάχνει μαξιλάρι. Ανασηκώνει ελαφρά το κεφάλι της και την τοποθετεί από κάτω.

Εκείνη σπρώχνει ασυναίσθητα το κορμί της προς το μέρος του ώσπου να ακουμπήσει στο αριστερό του πόδι, ξεφυσάει χαμογελώντας μέσα σ’ ένα αίσθημα ασφάλειας και θαλπωρής, τρίβει σαν γάτα το μάγουλο της στην πετσέτα-μαξιλάρι και συνεχίζει τον νήδυμο ύπνο της.

Κάπως έτσι πρέπει να ‘ναι η αγάπη...

Θα είναι νύχτα όταν θα ‘ρθουν για να μας βρουν Όταν τα γέλια θα κοπούν και οι φωνές θα μουγγαθούν Και οι σιωπές μας θα ουρλιάξουν δυνατά Πως όνειρα κάνουμε όλοι κι όχι μόνο τα παιδιά

Θα είναι νύχτα όταν θα σπάσουνε τις πόρτες για να μπουν Κι όσα είχαμε για δεδομένα θα χαθούν Τα σίδερα θα ‘ναι βαριά και η πληγή θα αιμορραγεί Αυτό το τέλος δεν θα έχει άλλη αρχή

Θα είναι νύχτα όταν μας πουν ότι τελειώσαν οι χαρές Για τ’ αποτέλεσμα θα φταίω και θα φταις Γιατί αρνηθήκαμε να υψώσουμε ανάστημα μαζί Κι όλο το φόβο θα διαδεχθεί η ντροπή

Θα είναι νύχτα και αργά πολύ ν’ αλλάξουμε το ρου Χώσ’ το καλά μέσ’ τον ανέμελο σου νου Γι’ αυτό, πριν έρθει αυτή η νύχτα, νύχτα πρέπει να βρεθούμε Στα σπίτια τους μέσα πρώτοι να μπούμε

Θα είναι νύχτα όταν φανώ κι όταν φανείς Μα θα σε δω και θα με δεις Θα είναι νύχτα όταν φανείς κι όταν φανώ Μα θα ‘μαι εσύ, θα είσαι εγώ

Το είχαν αποφασίσει, έπρεπε να τον σκοτώσουν.

Το συζητούσαν καιρό τώρα, το ανέλυαν, το οργάνωναν, ζύγιζαν όλες τις εκδοχές και τις πιθανότητες. Κατέληξαν στ’ ότι έπρεπε να γίνει μια κι έξω.

Δεν θα ήταν εύκολο, αλλά έπρεπε να γίνει, δεν υπήρχε πια χώρος γι' αυτόν στον κόσμο τους. Έπρεπε να απομακρυνθεί.

“Θα το κάνω εγώ” – είπε ο άντρας, ξεφυσώντας βαριά στο τέλος της πρότασης.

“Όχι, εγώ θα το κάνω, εγώ θα πάρω την ευθύνη” – είπε η γυναίκα με τρεμάμενη φωνή και μια υποψία μετάνοιας.

“Δεν έχεις το σθένος να το κάνεις, δεν ήσουν ποτέ αρκετά δυνατή, θα το κάνω να τελειώνουμε.”

“Θα το κάνουμε μαζί. Στο κάτω-κάτω, φταίμε κι οι δύο για ό,τι έγινε και για ό,τι θα γίνει. Θα μοιραστούμε το βάρος της επιλογής μας.”

“Εντάξει λοιπόν, ας είναι! Μόνο μη δειλιάσεις, μην του χαριστείς. Όχι αυτή τη φορά.”

“Όχι αυτή τη φορά” – επανέλαβε και κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι της.

Ο άντρας πήρε μια βαθιά ανάσα και δήλωσε αποφασιστικά: “Πάμε!”

Ανέβηκαν τη σκάλα με γοργά μα αθόρυβα βήματα. Στάθηκαν για μια στιγμή έξω απ' την πόρτα και μέτρησαν τις δεύτερες σκέψεις τους. Κοιτάχτηκαν στα μάτια, έγνεψαν καταφατικά ο ένας στον άλλο και μπήκαν με φόρα στο δωμάτιο.

Πρώτη χτύπησε η μητέρα. Ακολούθησε ο πατέρας. Ο έφηβος επαναστάτης πέθαινε για να ζήσει ο μελλοντικός υποτακτικός, ο συμβιβασμένος πολίτης, ο υπάκουος εργάτης, ο απαθής γείτονας, ο αδιάφορος φίλος, ο ανέραστος σύζυγος, ο ακίνδυνος οικογενειάρχης, ο πνιγμένος δανειολήπτης, ο ταλαιπωρημένος συνταξιούχος, ο μετανιωμένος για όλα ετοιμοθάνατος.

Κι η μικρή του αδερφή έκλαιγε στο διπλανό δωμάτιο ακούγοντας το φονικό, αντιλαμβανόμενη το δυσοίωνο μέλλον της.

Είμαι ένα status ξεχασμένο στην οθόνη σου Είμαι οι λέξεις που σκέφτεσαι, μα φοβάσαι να πεις Είμαι ψηφίο, είμαι παλμός, είμαι σήμα δια μέσου καλωδίων Είμαι άλλος ένας διαδικτυακός σταθμός που θα προσπεράσεις