Γλαρόλυκοι

Άτυχες λέξεις σε τυχαία σειρά

Για να με δεις, έγινα αντανάκλαση Έγινα τζάμι και γυαλί Έγινα μαγικός καθρέφτης Τώρα με βλέπεις; Τώρα με βλέπεις;

Για να με δεις, είδωλο είμαι στο νερό Ψευδαίσθηση στον ουρανό Παραίσθηση μέσ' το μυαλό Τώρα με βλέπεις; Τώρα με βλέπεις;

Για να με δεις, έγινα θύμα της ντροπής Ο πιο καλός σου μαθητής Ο αγαπημένος σου ο ψεύτης Τώρα με βλέπεις; Τώρα με βλέπεις;

Για να με δεις, μα και για να με θυμηθείς Σ' ό,τι σκεφτείς κι ό,τι θα πεις Θα 'μαι πομπός και αποδέκτης Τώρα με βλέπεις; Τώρα με βλέπεις;

Γέρνω προς το μέρος σου, όπως τα άνθη προς τον ήλιο, όπως ο θρήσκος στο θεό του και το παιδί στη μάνα του. Γέρνω κι αφήνομαι ολάκερος, δίχως να κρατώ τίποτε για μένα, σ' αγγίζω και σου δίνομαι σα να 'σαι αρχή και τέλος μου συνάμα. Γέρνω και δε ζητώ να σηκωθώ, δεν έχω ανάγκη ουρανό, στο χώμα σου θέλω να ξαπλώσω. Να κοιμηθώ και να ξυπνήσω πλάι σου, γυρτός μα ερωτευμένος.

Πρόσωπα – απρόσωπα, σκυφτά και λυπημένα Εννιά στους δέκα τα 'χουνε μόνιμα φορεμένα Τα τελευταία χρόνια τ' αντίκριζα και σε μένα Γιατί δεν έσβηνα ποτέ παλιά απωθημένα

Κι αν είσαι στον πυθμένα, τράβα για επιφάνεια Της αυτολύπησης συνέπεια είν' η αδράνεια Μα σπάσε αυτόν τον κύκλο, δε σου ταιριάζει η θλίψη Το φως απ' το χαμόγελο σου, αλήθεια, μου 'χει λείψει

Ο κόσμος υποφέρει και ψάχνει σωτηρία Μα θα σωθεί όταν μάθει να παίρνει πρωτοβουλία Να φτιάχνει ιστορία μόνο μ' αισιοδοξία Να χτίζει κάθε μέρα τον έρωτα, τη φιλία

Κι αν όλα μοιάζουν κρύα, άδικα και ανούσια Φταίει που γίναμε πτωχοί τω πνεύματι ακούσια Μα τώρα όλα θ' αλλάξουν, σειρά σου για να ζήσεις Αγκάλιασε τον άνθρωπο και μη τον ξαναφήσεις

Στιγμές ζωής που έρχονται και πάνε. Απ‘ αυτές που θεωρούμε μοναδικές κι έπειτα τις ακούμε σε κάποιο τραγούδι, τις διαβάζουμε σε κάποιο βιβλίο, τις βλέπουμε σε κάποια ταινία – και νιώθουμε λιγότερο μόνοι, ίσως και λιγότερο ξεχωριστοί, μα σίγουρα πιο ανθρώπινοι.

Είναι οι λέξεις που μας συντροφεύουν για λίγο, εκείνη την “περίεργη” στιγμή που τις χρειαζόμαστε. Κι είναι και οι λέξεις που μας σημαδεύουν για πάντα και τις κουβαλούμε συνεχώς στο πίσω μέρος του μυαλού μας.

Σκέψεις που σπάνια κάνουμε φωναχτά. Ιδέες που σπάνια μοιραζόμαστε με άλλους. Εμμονές που σπάνια παραδεχόμαστε πως υπάρχουν. Μικρά ποιήματα που γεννιούνται για να πεθάνουν πριν ζήσουν, πριν δουν το φως, πριν μας ντροπιάσουν.

Αγάπες, φιλίες, λύπες, χαρές, ημερολόγιο αναπνοών και αρρυθμίας, θέλησης κι απροθυμίας.

Το θεατό και το αθέατο, το φως και το σκοτάδι στην ίδια παράγραφο, στην ίδια σειρά, στην ίδια λέξη. Το συναίσθημα που δε γνωρίζει γλώσσα κι όμως μιλάει το ίδιο σε όλους. Μικρές, δυσβάσταχτες μέρες που περνούν και χάνονται. Κι εμείς στη μέση, να γράφουμε, να σβήνουμε…

Πως να ‘ναι άραγε η ζωή χωρίς το δάκρυ Πως να ‘ν’ απόθεμα να ‘χεις, κάτι στην άκρη Πως να ‘ναι να 'σαι δυνατός, να μη φοβάσαι Πως να ‘ναι ήσυχος τα βράδια να κοιμάσαι Πως να ‘ναι εκ γενετής να ‘χεις στρωμένο μέλλον Πως να ‘ναι να ‘χεις αθώο παρελθόν Πες μου αδερφέ μου στη βρωμιά τους πώς ν’ αντέξω Πως να ξυπνήσω ένα πρωί και να ‘μ’ απών

Περνούν τα χρόνια, αλλάζουν όλα, μα εγώ Ακόμη γράφω στο χαρτί όσα θυμάμαι και ζω Απόψε νιώθω ότι κάτι χρωστώ Ένα τραγούδι που 'πρεπε να γράψω εδώ και καιρό

Είναι γι΄ αυτούς που ‘χουν για πάντα χαθεί Και για εκείνους που τρέμω μην έρθει η μέρα η στερνή Είναι γι’ ανθρώπους που βαθιά αγαπώ Κι αυτή είναι μία από τις λίγες φορές που θα το πω

Βλέπεις, συνέβησαν πολλά τελευταία Και δυστυχώς δεν ήταν όλα ωραία Ξυπνώ πια το πρωί και σκέφτομαι πως κάποιοι δεν θα είναι στη ζωή μου Θεέ μου, μείνε μαζί μου

Γιατί είμ’ αδύναμος στα μάτια τους μπροστά Όποιο κι αν είναι τ' όνομά σου, προσεύχομαι σιωπηλά Για να μη χάσω άλλον ένα φίλο, έναν συγγενή Χρωστώ ακόμη μια αγκαλιά κι ένα φιλί

Πριν να ‘ν’ αργά, θέλω να πω “σ' αγαπώ” Κι εσύ που έφυγες νωρίς, πολύ θα λείψεις Έχω ξεμείνει εδώ, σκυμμένος σ’ ένα γραπτό Να πολεμώ της απουσίας μου τις τύψεις

Γλαρόλυκοι: Ιστορίες από την κρύπτη λύπη. (Tales from the crypt – 1972)

Kanellia: Υ.Γ. Σ’ Μ’ αγαπώ. (P.S. I love you – 2007)

Γλαρόλυκοι: Τα μυαλά ψυχολογικά που κουβαλάς. (Inside out – 2015)

Kanellia: Το μπαρ των (χαμένων) ονείρων. (Coyote ugly – 2000)

Γλαρόλυκοι: Ο κόσμος (σας) δεν είναι αρκετός αρεστός. (The world is not enough – 1999)

Kanellia: Παρθένος Άνεργος ετών 40. (The 40 year old virgin – 2005)

Γλαρόλυκοι: Η αιώνια λιακάδα πλάνη ενός καθαρού πειθήνιου μυαλού. (Eternal sunshine of the spotless mind – 2004)

Kanellia: Η χώρα του αύριο ωχαδερφισμού. (Tomorrowland – 2015)

Γλαρόλυκοι: Jumanji Ελλάδα : Καλώς ήρθατε στη ζούγκλα. (Jumanji: Welcome to the jungle – 2017)

Kanellia: Ο θάνατος του ιερού ελαφιού χρήματος. (The killing of a sacred deer – 2017)

Γλαρόλυκοι: Οι ματωμένες γροθιές του καράτε εργάτη. (The Chinese connection – 1972)

Kanellia: Οι ύποπτοι φορούσαν γόβες (μπλε) στολές. (The bling ring – 2013)

Γλαρόλυκοι: Τι έκανες μπαμπά στην άγρια δύση φρίκη. (City slickers – 1991)

Kanellia: Άθικτοι Απροσάρμοστοι. (Intouchables – 2011)

Γλαρόλυκοι: Σύζυγος (Ζητείται) Συνάνθρωπος για ενοικίαση. (Just go with it – 2011)

Kanellia: Ο Γάμος Η κουνιστή ουρά του καλύτερού μου φίλου. (My best friend’s wedding – 1997)

Γλαρόλυκοι: Είμαστε Είσαστε διεφθαρμένοι. (Elmer Gantry – 1960)

Kanellia: Η θυσία μιας γυναίκας ενός λαού. (1969)

Γλαρόλυκοι: Έχετε μήνυμα κατάσκοπους στον υπολογιστή σας. (You ‘ve got mail – 1998)

Kanellia: Ο (εσωτερικά) νεκρός. (Dead Man – 1995)

Γλαρόλυκοι: Μερικοί το σε προτιμούν καυτό δειλό. (Some like it hot – 1959)

Kanellia: Η νεράιδα γλάστρα και το παλικάρι ο φουσκωτός. (1969)

Γλαρόλυκοι: Να γδυθώ αφεθώ ή θα με γδύσεις φτύσεις; (A change of seasons – 1980)

Kanellia: Η γυμνή βολική (σας) αλήθεια. (The ugly truth – 2009)

Γλαρόλυκοι: Οι γροθιές ματιές χορεύουν σάμπα. (Non c'è due senza quattro – 1984)

Kanellia: Ο Mαγικός αδίστακτος καθρέφτης. (2016)

Γλαρόλυκοι: Διψασμένος για ηδονή ζωή. (In a lonely place – 1950)

Kanellia: Όταν τελειώσει ο έρωτας η ελπίδα. (L' economie du couple – 2016)

[ Ευχαριστώ πολύ την Κανελλία για την πολύτιμη συμμετοχή της! ❤ ]

Στα πιο όμορφα λόγια μας, λέξεις δεν ειπωθήκαν Τα είπαν όλα τα βλέμματα, οι τρυφερές ματιές Τα νάζια και τα σκέρτσα και τα «τυχαία» αγγίγματα Τα γέλια και τα δάκρυα, τα ποτήρια που μοιραστήκαμε Το φαγητό στα δύο, να ξεγελά την πείνα μας Και η υπόσχεση ενός μεγαλείου που δεν θα υλοποιηθεί ποτέ Θα σε θυμάμαι μέχρι να σε ξεχάσω Όπως ξεχαστήκαμε σ’ εκείνη την παραλία Τη νύχτα που πέθανε ο χρόνος για να γεννηθούν στιγμές Δικός σου Χ.

Θέλω μαζί σου να κερδίζω ό,τι ζω Θέλω να μάθω τη στιγμή να κρατώ και να ελπίζω Θέλω να σ' έχω κοντά μου για φυλαχτό Τη μυρωδιά σου μοναχά να ποθώ, να σε φροντίζω

Θέλω να χτίζω αυτά που αφήνεις να γκρεμιστούν Και μη σε νοιάζει οι άλλοι τι θα πουν Αυτά τα λίγα που 'χουμε εμείς οι δυο, μάθε, αρκούν Και πιο όμορφες μέρες, θα δεις, θα 'ρθουν

Θέλω με τα φτερά σου πτήσεις να κάνω Μέχρι εκεί πάνω που ακούγονται κιθάρες και πιάνο Θέλω να σ' εμπιστευτώ, θέλω να ξέρω δε χάνω Θέλω να πω και δυο κουβέντες παραπάνω

Θέλω να νιώσω δυνατός, αθάνατος, με μια σου ανάσα Ατάκες θέλω να σου κάνω πάσα Για να γελάς, στα μάτια θέλω πάντα να κοιτάς Και μη φοβάσαι, εγώ πατώ όπου πατάς

Όταν με το καλό λήξει η θητεία μου και πάρω επιτέλους απαλλαγή από τις αγγαρείες, σύρτε και βάλτε με δίπλα στο γιο μου. Μόνο σκεπάστε το τομάρι μου με χώμα ελαφρό, ώστε να με βρουν εύκολα τα πλάσματα του βουνού. Γιατί τόσα χρόνια το πνεύμα μου κατέτρωγαν οι άνθρωποι, η σάρκα μου τουλάχιστον ας θρέψει κάποιους που ν’ αξίζουν.