Γλαρόλυκοι

Άτυχες λέξεις σε τυχαία σειρά

Ένα παιδί μετράει τ' άστρα σε μια νύχτα ξελογιάστρα Μα ονειρεύεται καλύβια, όχι κάστρα Μια μούσα του φωνάζει: “Εδώ είν' τα λόγια, πιάσ' τα” “Και στην πραγματικότητα τους κάν' χαλάστρα”

Θα ‘θελα να ‘σουν εδώ Θα ‘θελα να ‘χα μονάχα μια ευκαιρία να σου πω ότι μου έλειψες Θα ‘θελα απλά να μπορώ Να δω τα χρόνια που περάσαν πως μεγάλωσες και πως κατέληξες

Καλέ μου φίλε, μαθαίνω νέα σου συχνά μα όχι από σένα Κρατάς τα καθημερινά καλά κρυμμένα Μακριά από μένα, μακριά απ’ όλους τους ανθρώπους Άλλαξες ξαφνικά συνήθειες και τρόπους

Που 'σαι; Σε ποια γωνιά έχεις τραβηχτεί; Απ’ τα βιώματά σου τι έχεις διδαχθεί; Έχεις γυναίκα και παιδί, κάτι άκουσα θαρρώ Μα δε σε είδα από κοντά να σου ευχηθώ

Ξέρεις, θυμάμαι απ’ τα πολλά τα περισσότερα Κυρίως τα όμορφα, όμως και τα χειρότερα Κοίτα παλιότερα, περάσαμε πολλά μαζί Και ειλικρινά λυπάμαι που 'χουμε χαθεί

Καλέ μου φίλε, σου στέλνω γράμμα όπως πρώτα Ρωτώ για σένα και για μένα αν θέλεις, ρώτα Ανάβω φώτα, γίνομαι φάρος να φανείς Είμαι εκεί που ήμουν, έλα να με βρεις

Εκείνος κάθισε στον γωνιακό καναπέ κι έγειρε προς το ξύλινο τραπεζάκι, με το κινητό του στα χέρια. Οι γρήγορες κινήσεις των δαχτύλων του προς όλες τις κατευθύνσεις και η βαθιά προσήλωση στην οθόνη έδιναν την εντύπωση πως παίζει κάποιο παιχνίδι, σχεδόν μετά μανίας.

Εκείνη ξάπλωσε προσεχτικά δίπλα του με το κεφάλι της προς το μέρος του και αποκοιμήθηκε στιγμιαία. Το υποτονικό μουρμουρητό από τις μηχανές του πλοίου μα και οι χαμηλόφωνες συζητήσεις των επιβατών ήταν ιδανικό νανούρισμα και η γλυκιά κούραση της ημέρας βγήκε γρήγορα στην επιφάνεια.

Εκείνος ακουμπάει για λίγο το τηλέφωνο του στο τραπεζάκι. Με μια διακριτική και αθόρυβη κίνηση, βγάζει μια μεγάλη πετσέτα θαλάσσης από την τσάντα που είχε στα δεξιά του, τη διπλώνει και τη φτιάχνει μαξιλάρι. Ανασηκώνει ελαφρά το κεφάλι της και την τοποθετεί από κάτω.

Εκείνη σπρώχνει ασυναίσθητα το κορμί της προς το μέρος του ώσπου να ακουμπήσει στο αριστερό του πόδι, ξεφυσάει χαμογελώντας μέσα σ’ ένα αίσθημα ασφάλειας και θαλπωρής, τρίβει σαν γάτα το μάγουλο της στην πετσέτα-μαξιλάρι και συνεχίζει τον νήδυμο ύπνο της.

Κάπως έτσι πρέπει να ‘ναι η αγάπη...

Θα είναι νύχτα όταν θα ‘ρθουν για να μας βρουν Όταν τα γέλια θα κοπούν και οι φωνές θα μουγγαθούν Και οι σιωπές μας θα ουρλιάξουν δυνατά Πως όνειρα κάνουμε όλοι κι όχι μόνο τα παιδιά

Θα είναι νύχτα όταν θα σπάσουνε τις πόρτες για να μπουν Κι όσα είχαμε για δεδομένα θα χαθούν Τα σίδερα θα ‘ναι βαριά και η πληγή θα αιμορραγεί Αυτό το τέλος δεν θα έχει άλλη αρχή

Θα είναι νύχτα όταν μας πουν ότι τελειώσαν οι χαρές Για τ’ αποτέλεσμα θα φταίω και θα φταις Γιατί αρνηθήκαμε να υψώσουμε ανάστημα μαζί Κι όλο το φόβο θα διαδεχθεί η ντροπή

Θα είναι νύχτα και αργά πολύ ν’ αλλάξουμε το ρου Χώσ’ το καλά μέσ’ τον ανέμελο σου νου Γι’ αυτό, πριν έρθει αυτή η νύχτα, νύχτα πρέπει να βρεθούμε Στα σπίτια τους μέσα πρώτοι να μπούμε

Θα είναι νύχτα όταν φανώ κι όταν φανείς Μα θα σε δω και θα με δεις Θα είναι νύχτα όταν φανείς κι όταν φανώ Μα θα ‘μαι εσύ, θα είσαι εγώ

Το είχαν αποφασίσει, έπρεπε να τον σκοτώσουν.

Το συζητούσαν καιρό τώρα, το ανέλυαν, το οργάνωναν, ζύγιζαν όλες τις εκδοχές και τις πιθανότητες. Κατέληξαν στ’ ότι έπρεπε να γίνει μια κι έξω.

Δεν θα ήταν εύκολο, αλλά έπρεπε να γίνει, δεν υπήρχε πια χώρος γι' αυτόν στον κόσμο τους. Έπρεπε να απομακρυνθεί.

“Θα το κάνω εγώ” – είπε ο άντρας, ξεφυσώντας βαριά στο τέλος της πρότασης.

“Όχι, εγώ θα το κάνω, εγώ θα πάρω την ευθύνη” – είπε η γυναίκα με τρεμάμενη φωνή και μια υποψία μετάνοιας.

“Δεν έχεις το σθένος να το κάνεις, δεν ήσουν ποτέ αρκετά δυνατή, θα το κάνω να τελειώνουμε.”

“Θα το κάνουμε μαζί. Στο κάτω-κάτω, φταίμε κι οι δύο για ό,τι έγινε και για ό,τι θα γίνει. Θα μοιραστούμε το βάρος της επιλογής μας.”

“Εντάξει λοιπόν, ας είναι! Μόνο μη δειλιάσεις, μην του χαριστείς. Όχι αυτή τη φορά.”

“Όχι αυτή τη φορά” – επανέλαβε και κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι της.

Ο άντρας πήρε μια βαθιά ανάσα και δήλωσε αποφασιστικά: “Πάμε!”

Ανέβηκαν τη σκάλα με γοργά μα αθόρυβα βήματα. Στάθηκαν για μια στιγμή έξω απ' την πόρτα και μέτρησαν τις δεύτερες σκέψεις τους. Κοιτάχτηκαν στα μάτια, έγνεψαν καταφατικά ο ένας στον άλλο και μπήκαν με φόρα στο δωμάτιο.

Πρώτη χτύπησε η μητέρα. Ακολούθησε ο πατέρας. Ο έφηβος επαναστάτης πέθαινε για να ζήσει ο μελλοντικός υποτακτικός, ο συμβιβασμένος πολίτης, ο υπάκουος εργάτης, ο απαθής γείτονας, ο αδιάφορος φίλος, ο ανέραστος σύζυγος, ο ακίνδυνος οικογενειάρχης, ο πνιγμένος δανειολήπτης, ο ταλαιπωρημένος συνταξιούχος, ο μετανιωμένος για όλα ετοιμοθάνατος.

Κι η μικρή του αδερφή έκλαιγε στο διπλανό δωμάτιο ακούγοντας το φονικό, αντιλαμβανόμενη το δυσοίωνο μέλλον της.

Είμαι ένα status ξεχασμένο στην οθόνη σου Είμαι οι λέξεις που σκέφτεσαι, μα φοβάσαι να πεις Είμαι ψηφίο, είμαι παλμός, είμαι σήμα δια μέσου καλωδίων Είμαι άλλος ένας διαδικτυακός σταθμός που θα προσπεράσεις

Καθόλου χώρος για θεούς, ούτε και δαίμονες Για θαύματα, σωτήρες και ιδέες έμμονες Σ’ αυτή τη γη όσα ονειρεύτηκες και όσα θες Στα χέρια σου όλα είναι, άνοιξε μάτια και δες

Εδώ ο παράδεισος, εδώ είναι και η κόλαση Αν θες αλήθεια να βρεις, κλείσ’ την τηλεόραση Την προσευχή σταμάτα κι άρχισε τις πράξεις Μην περιμένεις μετά θάνατον να εισπράξεις

Ο κόσμος είναι ανοιχτός, σε περιμένει Και αμαρτία είναι να ‘μαστε κλεισμένοι Σε μια ψευδαίσθηση που μας χειραγωγεί Και για συμφέροντα άλλων μας καθοδηγεί

Πικρή αλήθεια μα είναι μία η ζωή Κι όταν χαθεί, άλλη ευκαιρία δε θα ‘ρθει Παρών αν είσαι κι άμα ζεις για τη στιγμή Ελεύθερος κι ευτυχισμένος μέχρι την τελευταία πνοή

Είν’ η ζωή μου κι ‘ναι η ζωή σου Και δεν θα πάρεις τίποτα απ’ αυτά μαζί σου Είν’ η ζωή μου κι ‘ναι η ζωή σου Και πρέπει να τις ζήσουμε, θυμήσου

[a.k.a. εγχειρίδιο γραφής για κοινωνικά απροσάρμοστους]

[a.k.a. σταμάτα να το σκέφτεσαι και μοιράσου τα γραπτά σου]

[a.k.a. note to self – and you out there…]

Είναι απλώς λέξεις. Άλλοτε όμορφες, άλλοτε άσχημες. Προσεγμένες μέχρι τον τόνο ή ανορθόγραφες. Συντακτικά σωστές ή άναρχα δομημένες.

Είναι απλώς λέξεις. Και δεν σου ανήκουν, δεν μου ανήκουν. Φτιάχτηκαν για να πετούν ελεύθερες. Επέτρεψε τους να ταξιδέψουν.

Είναι απλώς λέξεις. Και σου υπόσχομαι πως θα βρουν αποδέκτες. Θα κρυφτούν στις καρδιές ανθρώπων που δε γνωρίζεις. Συντροφιά θα γίνουν σε ανήσυχες ψυχές.

Είναι απλώς λέξεις. Κι εσύ δεν είσαι τίποτα άλλο παρά φερέφωνο. Ένα φτηνό μέσο εξάπλωσης τους. Τις γράφεις, τις φωνάζεις, τις ξεχνάς.

Κάθε φορά που η μοναξιά σαν τη σκιά Πάει να πιει όση ζωή μου ‘χει απομείνει Μια ξένη ανάσα, ένα γέλιο, μια ματιά Νέα πατήματα κι ελπίδες πάλι δίνει

Κι αν είν’ ο δρόμος μου μακρύς και με τρομάζει Έχω κρυμμένα φυλαχτά και μυστικά Κι αν κάθε νέο μου τραγούδι θα μου μοιάζει Είναι που γράφω όσα γράφω απ’ την καρδιά

Κι όταν ο κόσμος καταρρέει και φοβάμαι Όταν δεν έχω το κουράγιο να μιλήσω Κλείνω τα μάτια, μόνος στο σύμπαν όλο σα να ‘μαι Ξέρω! Ξέρω τι θα ‘ρθει όταν βοήθεια ζητήσω

Εσύ…

Λίγες γραμμές, φθηνό μελάνι, ερημιά Και μία θάλασσα στους βράχους του μυαλού μου Βαριά σιωπή, δάκρυα πολλά, γλυκιά φωτιά Βγάζουν στο φως άλλο κομμάτι του εαυτού μου

Είναι τα πράγματα που σπάνια αναφέρω Είναι τα λόγια που πιο σπάνια θα γράψω Είναι τα όνειρα που θέλω να καταφέρω Είν’ οι λόγοι που μ’ αναγκάζουνε ψυχή βαθιά να σκάψω

Κάποιος θεός που δε γνωρίζω με κοιτά Ειρωνικά κι όλο εμπόδια μου βάζει Μα μια φωνή από μακριά πάντα μιλά “Τράβα μπροστά” – μου λέει συχνά – “και μη σε νοιάζει”

Εσύ…

Είναι φορές που αναρωτιέμαι αν η αντίληψη που έχουμε για τη μετενσάρκωση – αν φυσικά υπάρχει κάτι τέτοιο – είναι εσφαλμένη. Ο άνθρωπος μοιάζει να είναι το πιο βασανισμένο, το πιο κατατρεγμένο και πολυπαθές πλάσμα. Σπέρνει τον πόνο και τη δυστυχία σε κάθε βήμα του, τόσο στους άλλους, όσο και στον ίδιο του τον εαυτό. Αδυνατεί να ζήσει αρμονικά με το περιβάλλον του και βρίσκεται σε μία διαρκή πάλη, βιώνει μια κόλαση επί γης υποβάλλοντας τον εαυτό του σε αδιανόητα μαρτύρια, απομακρυνόμενος συστηματικά από τα φυσικά του ένστικτα. Κι αναρωτιέμαι μήπως τελικά δεν είναι η ανθρώπινη υπόσταση το τελευταίο στάδιο της φώτισης, αλλά το πρώτο, το κατώτερο. Ένα επίπεδο τιμωρίας ίσως, όπου επιστρέφεις μετά το θάνατο αν έχεις κάνει κάτι ιδιαίτερα απεχθές στην προηγούμενη ζωή σου. Ένα διάστημα περισυλλογής και σκληρής προσπάθειας ώστε να μεταβείς στην επόμενη μορφή σου, την πραγματική, την ελεύθερη, τη ζωώδη.