Γλαρόλυκοι

Άτυχες λέξεις σε τυχαία σειρά

Καθόλου χώρος για θεούς, ούτε και δαίμονες Για θαύματα, σωτήρες και ιδέες έμμονες Σ’ αυτή τη γη όσα ονειρεύτηκες και όσα θες Στα χέρια σου όλα είναι, άνοιξε μάτια και δες

Εδώ ο παράδεισος, εδώ είναι και η κόλαση Αν θες αλήθεια να βρεις, κλείσ’ την τηλεόραση Την προσευχή σταμάτα κι άρχισε τις πράξεις Μην περιμένεις μετά θάνατον να εισπράξεις

Ο κόσμος είναι ανοιχτός, σε περιμένει Και αμαρτία είναι να ‘μαστε κλεισμένοι Σε μια ψευδαίσθηση που μας χειραγωγεί Και για συμφέροντα άλλων μας καθοδηγεί

Πικρή αλήθεια μα είναι μία η ζωή Κι όταν χαθεί, άλλη ευκαιρία δε θα ‘ρθει Παρών αν είσαι κι άμα ζεις για τη στιγμή Ελεύθερος κι ευτυχισμένος μέχρι την τελευταία πνοή

Είν’ η ζωή μου κι ‘ναι η ζωή σου Και δεν θα πάρεις τίποτα απ’ αυτά μαζί σου Είν’ η ζωή μου κι ‘ναι η ζωή σου Και πρέπει να τις ζήσουμε, θυμήσου

[a.k.a. εγχειρίδιο γραφής για κοινωνικά απροσάρμοστους]

[a.k.a. σταμάτα να το σκέφτεσαι και μοιράσου τα γραπτά σου]

[a.k.a. note to self – and you out there…]

Είναι απλώς λέξεις. Άλλοτε όμορφες, άλλοτε άσχημες. Προσεγμένες μέχρι τον τόνο ή ανορθόγραφες. Συντακτικά σωστές ή άναρχα δομημένες.

Είναι απλώς λέξεις. Και δεν σου ανήκουν, δεν μου ανήκουν. Φτιάχτηκαν για να πετούν ελεύθερες. Επέτρεψε τους να ταξιδέψουν.

Είναι απλώς λέξεις. Και σου υπόσχομαι πως θα βρουν αποδέκτες. Θα κρυφτούν στις καρδιές ανθρώπων που δε γνωρίζεις. Συντροφιά θα γίνουν σε ανήσυχες ψυχές.

Είναι απλώς λέξεις. Κι εσύ δεν είσαι τίποτα άλλο παρά φερέφωνο. Ένα φτηνό μέσο εξάπλωσης τους. Τις γράφεις, τις φωνάζεις, τις ξεχνάς.

Κάθε φορά που η μοναξιά σαν τη σκιά Πάει να πιει όση ζωή μου ‘χει απομείνει Μια ξένη ανάσα, ένα γέλιο, μια ματιά Νέα πατήματα κι ελπίδες πάλι δίνει

Κι αν είν’ ο δρόμος μου μακρύς και με τρομάζει Έχω κρυμμένα φυλαχτά και μυστικά Κι αν κάθε νέο μου τραγούδι θα μου μοιάζει Είναι που γράφω όσα γράφω απ’ την καρδιά

Κι όταν ο κόσμος καταρρέει και φοβάμαι Όταν δεν έχω το κουράγιο να μιλήσω Κλείνω τα μάτια, μόνος στο σύμπαν όλο σα να ‘μαι Ξέρω! Ξέρω τι θα ‘ρθει όταν βοήθεια ζητήσω

Εσύ…

Λίγες γραμμές, φθηνό μελάνι, ερημιά Και μία θάλασσα στους βράχους του μυαλού μου Βαριά σιωπή, δάκρυα πολλά, γλυκιά φωτιά Βγάζουν στο φως άλλο κομμάτι του εαυτού μου

Είναι τα πράγματα που σπάνια αναφέρω Είναι τα λόγια που πιο σπάνια θα γράψω Είναι τα όνειρα που θέλω να καταφέρω Είν’ οι λόγοι που μ’ αναγκάζουνε ψυχή βαθιά να σκάψω

Κάποιος θεός που δε γνωρίζω με κοιτά Ειρωνικά κι όλο εμπόδια μου βάζει Μα μια φωνή από μακριά πάντα μιλά “Τράβα μπροστά” – μου λέει συχνά – “και μη σε νοιάζει”

Εσύ…

Είναι φορές που αναρωτιέμαι αν η αντίληψη που έχουμε για τη μετενσάρκωση – αν φυσικά υπάρχει κάτι τέτοιο – είναι εσφαλμένη. Ο άνθρωπος μοιάζει να είναι το πιο βασανισμένο, το πιο κατατρεγμένο και πολυπαθές πλάσμα. Σπέρνει τον πόνο και τη δυστυχία σε κάθε βήμα του, τόσο στους άλλους, όσο και στον ίδιο του τον εαυτό. Αδυνατεί να ζήσει αρμονικά με το περιβάλλον του και βρίσκεται σε μία διαρκή πάλη, βιώνει μια κόλαση επί γης υποβάλλοντας τον εαυτό του σε αδιανόητα μαρτύρια, απομακρυνόμενος συστηματικά από τα φυσικά του ένστικτα. Κι αναρωτιέμαι μήπως τελικά δεν είναι η ανθρώπινη υπόσταση το τελευταίο στάδιο της φώτισης, αλλά το πρώτο, το κατώτερο. Ένα επίπεδο τιμωρίας ίσως, όπου επιστρέφεις μετά το θάνατο αν έχεις κάνει κάτι ιδιαίτερα απεχθές στην προηγούμενη ζωή σου. Ένα διάστημα περισυλλογής και σκληρής προσπάθειας ώστε να μεταβείς στην επόμενη μορφή σου, την πραγματική, την ελεύθερη, τη ζωώδη.

Είμαι σαν έρημο νησί Στο κέντρο μιας ανθρωποθάλασσας Που όσο κι αν η στάθμη αυξομειώνεται Ποτέ δε φτάνει για να βρέξει τις ακτές μου Μόνο χτυπά και εξατμίζεται στα βράχια μου Κι αν τύχει να περάσουνε μικρές σταγόνες Στ’ άγριο έδαφος φυτρώνουνε αγκάθια

Είμαι σαν έρημο νησί Τίποτα δεν ευδοκιμεί στο στέρφο χώμα μου Μόνο στην κορυφή του όρους, δυο-τρία δέντρα Ζουν από κάτω γλάροι με φτερά σπασμένα Μαζί με λύκους που πεινούν, μα δεν πεθαίνουν Και στον πυρήνα μου κοιμούνται πεταλούδες Που όταν ξυπνούν, με βγάζουν βίαια απ’ τη λήθη