Γλάροι & Λύκοι

Η δολοφονία

Το είχαν αποφασίσει, έπρεπε να τον σκοτώσουν.

Το συζητούσαν καιρό τώρα, το ανέλυαν, το οργάνωναν, ζύγιζαν όλες τις εκδοχές και τις πιθανότητες. Κατέληξαν στ’ ότι έπρεπε να γίνει μια κι έξω.

Δεν θα ήταν εύκολο, αλλά έπρεπε να γίνει, δεν υπήρχε πια χώρος γι’ αυτόν στον κόσμο τους. Έπρεπε να απομακρυνθεί.

«Θα το κάνω εγώ» – είπε ο άντρας, ξεφυσώντας βαριά στο τέλος της πρότασης.

«Όχι, εγώ θα το κάνω, εγώ θα πάρω την ευθύνη» – είπε η γυναίκα με τρεμάμενη φωνή και μια υποψία μετάνοιας.

«Δεν έχεις το σθένος να το κάνεις, δεν ήσουν ποτέ αρκετά δυνατή, θα το κάνω να τελειώνουμε.»

«Θα το κάνουμε μαζί. Στο κάτω-κάτω, φταίμε κι οι δύο για ό,τι έγινε και για ό,τι θα γίνει. Θα μοιραστούμε το βάρος της επιλογής μας.»

«Εντάξει λοιπόν, ας είναι! Μόνο μη δειλιάσεις, μην του χαριστείς. Όχι αυτή τη φορά.»

«Όχι αυτή τη φορά» – επανέλαβε και κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι της.

Ο άντρας πήρε μια βαθιά ανάσα και δήλωσε αποφασιστικά: «Πάμε!»

Ανέβηκαν τη σκάλα με γοργά μα αθόρυβα βήματα. Στάθηκαν για μια στιγμή έξω απ’ την πόρτα και μέτρησαν τις δεύτερες σκέψεις τους. Κοιτάχτηκαν στα μάτια, έγνεψαν καταφατικά ο ένας στον άλλο και μπήκαν με φόρα στο δωμάτιο.

Πρώτη χτύπησε η μητέρα. Ακολούθησε ο πατέρας. Ο έφηβος επαναστάτης πέθαινε για να ζήσει ο μελλοντικός υποτακτικός, ο συμβιβασμένος πολίτης, ο υπάκουος εργάτης, ο απαθής γείτονας, ο αδιάφορος φίλος, ο ανέραστος σύζυγος, ο ακίνδυνος οικογενειάρχης, ο πνιγμένος δανειολήπτης, ο ταλαιπωρημένος συνταξιούχος, ο μετανιωμένος για όλα ετοιμοθάνατος.

Κι η μικρή του αδερφή έκλαιγε στο διπλανό δωμάτιο ακούγοντας το φονικό, αντιλαμβανόμενη το δυσοίωνο μέλλον της.