Ο Νικ

Νίκος για τους γονείς. Νικόλαος για τους παππούδες. Νικ για τους φίλους.

Καλός τύπος ο Νικ. Φιλότιμος, τίμιος και πάντα ειλικρινής. Το καλύτερο παιδί του χωριού. Έτσι έλεγαν όσοι έπιαναν την κουβέντα του. Κι όλοι τον συμπαθούσαν.

Γεννήθηκε κάμποσα χρόνια πριν, σ’ ένα όμορφο πετρόχτιστο σπιτάκι, λίγο έξω απ’ τη Δράμα. Η μάνα του δεν έφτασε ποτέ στο νοσοκομείο, ο Νικ βιαζόταν να κατακτήσει τον κόσμο κι έτσι βγήκε μόνος του στα μισά της εσωτερικής σκάλας. Μεγάλωσε σ’ ένα υγιές οικογενειακό περιβάλλον, γεμάτο αγάπη και υποστήριξη, δίχως ιδιαίτερες τριβές. Κι αυτό ήταν αρκετό ώστε να εξελιχθεί σ’ έναν πραγματικά αξιόλογο άνθρωπο.

Τα χρόνια πέρασαν, ο Νικ ενηλικιώθηκε, έκανε το φανταρικό του χωρίς πολλά-πολλά και επέστρεψε στο πατρικό. Μα κάτι είχε αλλάξει μέσα του. Το χωριό του φαινόταν πια λίγο, χρειαζόταν περισσότερα…

Έξι μήνες μετά ανακοίνωσε στους γονείς του πως θα κατέβει στην Αθήνα, να δοκιμάσει την τύχη του. Θα έμενε στον ξάδερφο του μέχρι να βρει μια δουλειά και να ορθοποδήσει. Ήθελε να βιώσει τη «μεγάλη ζωή» που του έλεγαν οι φίλοι στο στρατό, τα θέατρα, τα σινεμά, τις «ψαγμένες» γυναίκες της πόλης, τις ευκαιρίες εργασίας, τα καλά λεφτά. Οι κουβέντες που λέγονται απλά για να ειπωθούν, του είχαν φουσκώσει τα μυαλά.

Η μάνα του δεν το πήρε πολύ καλά. Κλάματα, λιποθυμίες με μια δόση θεατρινισμού και ο γνωστός σε όλους μητρικός ψυχολογικός πόλεμος. Ο πατέρας ήταν πιο ψύχραιμος. Μουρμούρησε λίγο που ο μοναχογιός του δεν ήθελε να αναλάβει την οικογενειακή επιχείριση, εξέφρασε τις ανησυχίες του για την «αγριότητα» της πρωτεύουσας, μα στο τέλος αποφάσισε να σεβαστεί την επιθυμία του γιου του. Του έδωσε μέρος απ’ τις οικονομίες μιας ζωής και του ευχήθηκε καλή τύχη.

Οι πρώτοι μήνες ήταν εύκολοι. Βρήκε γρήγορα δουλειά σ’ ένα μπαρ στα Εξάρχεια, άφησε τον ξάδερφο και νοίκιασε ένα διαμερισματάκι έκτου ορόφου στο Μοσχάτο, αγόρασε κι ένα μηχανάκι. Συνωστισμός στη νέα του ζωή, άφθονοι φίλοι, μπόλικες γυναίκες, πολλά ξενύχτια, βρώμικα ποτά, πειραματισμοί με ουσίες, χάλαγε όσα έβγαζε για να γεμίζει στιγμές κι εμπειρίες. Είχε όσα ήθελε.

Το κομπόδεμα που ‘χε πάρει απ’ τον πατέρα του όμως συνεχώς λιγόστευε, ώσπου τελείωσε. Τα χρήματα που έβγαζε απ’ το μπαρ κάλυπταν μόλις και μετά βίας τα τρέχοντα και έπρεπε να περιορίσει τις πολλές εξόδους. Ξεκίνησε τα πρωινά να εργάζεται σ’ ένα λογιστικό γραφείο ως «παιδί για όλες τις δουλειές» αλλά παραιτήθηκε έπειτα από έναν γερό καυγά με το αφεντικό του. Την ήδη δύσκολη μέρα του ήρθε να συμπληρώσει η είδηση μιας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης.

Τα πράγματα είχαν δυσκολέψει. Δεν είχε πει τίποτα στους γονείς του για τις καταστάσεις που αντιμετώπιζε, ούτε και ήθελε να επιστρέψει στο χωριό. Έπρεπε να βρει τρόπο να ανταπεξέλθει. Μέσα στην απελπισία του, άρχισε να βάζει χέρι στο ταμείο. Δεν άργησαν να τον πάρουν χαμπάρι. Άνεργος πλέον, άφραγκος και μελλοντικός πατέρας, αναζήτησε τις γνωριμίες που έκανε όταν πρωτο-πάτησε στην Αθήνα. Αλλά προσγειώθηκε απότομα όταν συνειδητοποίησε το πόσο γρήγορα εξαφανίζονται οι «φίλοι» όταν παύεις να ‘σαι «άνετος» και χρειάζεσαι βοήθεια. Άρχισε να αντιλαμβάνεται την «αγριότητα» για την οποία του ‘χε μιλήσει ο πατέρας του.

Στις μέρες που ακολούθησαν ο Νικ έκανε διάφορες προχειροδουλειές, αλλά στο τέλος του μηνός ήταν πάντα μείον. Αυτή η μόνιμη θηλιά γύρω από τον λαιμό του, τον έσπρωχνε συστηματικά στα όρια της κατάθλιψης. Ο ερχομός του μωρού και τα έξοδα που επέφερε, σε συνδυασμό με την ανυπόφορη συμβίωση με την κατ’ ανάγκη σύντροφο του, ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Αυτός ο πάντα γελαστός και αισιόδοξος άνθρωπος, το «καλύτερο παιδί του χωριού», ο Νικ των φίλων, είχε γίνει βορά της Αθήνας και της «μεγάλης ζωής». Τελευταία φορά που άκουσα γι’ αυτόν, είχε σαλτάρει απ’ τον έκτο. Μήπως έχεις νέα του;