Άδειασε τις τσέπες σου

Διένυσες χιλιόμετρα, τα παπούτσια σου έλιωσαν πάνω στην καυτή από τον ήλιο άσφαλτο και στο υγρό από τη βροχή χώμα. Τα πόδια σου μάτωσαν.

Ξεκούρασες το καταπονημένο σώμα σου σε απόμερες αμμουδιές και ξεδίψασες από πηγές βουνίσιες. Συνάντησες ανθρώπους. Δήλωσες ρομαντικός και γέλασαν. Δήλωσες μοναχικός και σ’ αμφισβήτησαν. Δήλωσες γελωτοποιός και σε αγάπησαν.

Σιγοψιθύρισες στίχους και βροντοφώναξες τα «γαμώτο» σου, αλλά μόνο δυο-τρεις σε άκουσαν. Μόνο δυο-τρεις σε ένιωσαν κι αυτούς τους έχεις αφήσει πίσω πια… ή μήπως σε άφησαν;

Και τώρα, ο δρόμος σου σ’ έβγαλε πάνω σ’ ένα πλοίο που βουλιάζει. Ανακουφισμένος απ’ το επερχόμενο τέλος, σκέφτεσαι τη νέα αρχή. Το νερό ξεπλένει τα πάντα. Βρέχεσαι που βρέχεσαι, βουλιάζεις που βουλιάζεις, άδειασε τις τσέπες σου.

Δε χρειάζεσαι τις αναμνήσεις, όλα τελειώνουν κι αρχίζουν εδώ. Δε χρειάζεσαι τις τύψεις, δεν είσαι αυτός ο άνθρωπος πια. Δε χρειάζεσαι επιχειρήματα, δεν έχεις να αποδείξεις τίποτα σε κανέναν. Δε χρειάζεσαι επιβεβαίωση, ζεις και πεθαίνεις μόνος. Δε χρειάζεσαι τίποτα απ’ αυτά που σου φορτώσαν οι καιροί, γιατί τίποτα απ’ αυτά δεν έχει πραγματικά αξία. Βουλιάζεις κι όλα χάνονται μαζί σου στα νερά. Και κρατάς μέχρι τον πάτο μόνο τα λιγοστά που είχαν νόημα για σένα…


Πηγή εικόνας