Ο κυρ-Φώτης

Μια φορά κι έναν καιρό
Σ’ ένα ορεινό χωριό
Ζούσε, λένε, ο κυρ-Φώτης
Που ‘τανε τρανός αγρότης
Κάθε μέρα, ξημερώματα
Έβγαινε απ’ τα παπλώματα
Να προλάβει τις δουλειές
Μόλις τέλειωνε ο καφές

Τάιζε τα προβατάκια
Φρόντιζε και το κοτέτσι
Κι όταν του ‘λεγαν “τι κάνεις;”
Έλεγε: “Ότι μ’ αρέσει!”
Έβγαζε βόλτα τους σκύλους
Έπαιζε και με τις γάτες
Πότιζε κι όλο τον κήπο
Μπόλικο νερό, κανάτες

Έβρεχε πάπιες και χήνες
Μέσ’ την τεχνητή τους λίμνη
Γέλαγε με τα γουρούνια
Μέσ’ τη λάσπη είχαν γίνει
Χάιδευε τις αγελάδες
Μίλαγε στα αλογάκια
Γέμιζε και τις ποτίστρες
Για τ’ αλητο-σπουργιτάκια

Μη σας τα πολυλογώ
Πέρναγε όλος ο καιρός
Με τα ζώα και τα δέντρα
Κι ήταν πάντα γελαστός
Κάθε βράδυ σα γυρνούσε
Σπίτι για να κοιμηθεί
Έλεγε: “Είμ’ ευλογημένος
Ζω μια υπέροχη ζωή”

Κι όταν οι περαστικοί ρωτούσαν
Τι τα θέλει τόσα ζώα
Απαντούσε: “Τ’ αγαπάω
Γιατί είναι όλα αθώα
Και ποτέ μου δεν τα τρώω
Τους μιλώ και μου μιλούν
Είμαστε καλή παρέα
Και δεν θέλω να πονούν

Ούτε και το γάλα πίνω
Δεν το κάνουν για εμένα
Είναι για τα μοσχαράκια
Να βγουν μόσχο-αναθρεμμένα
Και τ’ αυγά τους τα αφήνω
Να γενούν κοτοπουλάκια
Και το μέλι, δε μου ανήκει
Είναι για τα μελισσάκια

Τρώω μόνο από τον κήπο
Φρούτα και λαχανικά
Κι αγοράζω απ’ τον μπακάλη
Όσπρια και ζυμαρικά
Σέβομαι το κάθε πλάσμα
Και λατρεύω αυτή τη γη
Η μητέρα φύση ξέρει
Και αυτή με οδηγεί”


Πηγή εικόνας